Μίνι φούρνοι
Σε αυτή την κατηγορία υπάρχουν ηλεκτρικοί επιτραπέζιοι φούρνοι των εννέα και των δέκα λίτρων και δίπλα τους ένας φούρνος πίτσας με έναν θάλαμο ψησίματος και πέτρα. Ο όγκος είναι το πρώτο κριτήριο, γιατί στα εννέα λίτρα χωράει ένα ταψί για δυο τοστ ή ένα μικρό πυρίμαχο σκεύος, όχι όμως ολόκληρο κοτόπουλο. Τα επτακόσια πενήντα βατ σημαίνουν πιο αργό ζέσταμα από ό,τι σε μεγάλο φούρνο, από την άλλη η συσκευή δουλεύει από συνηθισμένη πρίζα. Και η ρύθμιση πάει από τους εκατό στους διακόσιους τριάντα βαθμούς, ενώ ο χρονοδιακόπτης των εξήντα λεπτών σβήνει μόνος του τον φούρνο.
Μίνι φούρνοι
Σε αυτή την κατηγορία υπάρχουν ηλεκτρικοί επιτραπέζιοι φούρνοι των εννέα και των δέκα λίτρων, και οι δύο με σχάρα και ταψί, και δίπλα τους ένας ηλεκτρικός φούρνος πίτσας με έναν θάλαμο ψησίματος με πέτρα διαμέτρου τριάντα πέντε εκατοστών. Ο μικρός φούρνος δεν είναι σμικρυμένος μεγάλος, γιατί έχει πολύ χαμηλότερη ισχύ και μικρότερο εσωτερικό, οπότε μαγειρεύεις μέσα του αλλιώς. Αξίζει εκεί που δεν θέλεις να ζεστάνεις τον μεγάλο φούρνο, δηλαδή για ένα ή δύο πιάτα, για ζέσταμα ή σε μια κουζινούλα χωρίς εντοιχισμό. Τα τέσσερα σημεία παρακάτω κρίνουν αν σου φτάνει, και τα τέσσερα βρίσκονται κατευθείαν στην περιγραφή.
Το πρώτο είναι ο όγκος από εννέα έως δέκα λίτρα. Στα εννέα ή δέκα λίτρα χωρούν το ταψί που το συνοδεύει, δυο τοστ, ένα μικρό πυρίμαχο σκεύος ή δύο μερίδες κρέας. Αυτό που δεν χωράει εκεί είναι ολόκληρο κοτόπουλο, φόρμα τούρτας διαμέτρου είκοσι έξι εκατοστών και ταψί για τέσσερα άτομα με τη μία. Καθοριστική είναι όμως η εσωτερική διάσταση και όχι το λίτρο καθαυτό, οπότε μέτρα το ύψος και το πλάτος των σκευών που θέλεις να χρησιμοποιείς.
Το δεύτερο είναι η ισχύς και ο χρόνος ζεστάματος. Οι μικροί φούρνοι εδώ έχουν επτακόσια πενήντα βατ και ο φούρνος πίτσας χίλια τριακόσια, ενώ ένας μεγάλος ηλεκτρικός φούρνος κινείται γύρω στα τρία κιλοβάτ. Η χαμηλότερη ισχύς σημαίνει μεγαλύτερο χρόνο ζεστάματος και λιγότερο περιθώριο όταν ανοίγεις την πόρτα, αλλά και ότι η συσκευή δουλεύει από συνηθισμένη πρίζα και δεν ζητάει δικό της κύκλωμα. Για ένα μόνο πιάτο ο μικρός φούρνος βγαίνει έτσι φθηνότερος, γιατί για δυο τοστ δεν ζεσταίνεις όλο το εσωτερικό ενός μεγάλου.
Το τρίτο είναι το εύρος θερμοκρασίας και ο χρονοδιακόπτης. Ο φούρνος των δέκα λίτρων ρυθμίζει από τους εκατό στους διακόσιους τριάντα βαθμούς, που καλύπτει το γκρατέν, το τελείωμα του ψησίματος και το κρέας, για αληθινή πίτσα όμως είναι λίγο, ενώ οι φούρνοι πίτσας αυτής της κατηγορίας φτάνουν περίπου στους τριακόσιους πενήντα βαθμούς. Ο χρονοδιακόπτης των εξήντα λεπτών δεν είναι απλό ξυπνητήρι, γιατί μετά την αντίστροφη μέτρηση σβήνει μόνος του τον φούρνο, οπότε δεν τον αφήνεις αναμμένο κατά λάθος. Το μακρύ ψήσιμο μοίρασέ το λοιπόν σε δύο γύρους και υπολόγισε ότι μετά το σβήσιμο ο φούρνος κρατάει τη ζέστη για λίγο ακόμη.
Το τελευταίο είναι η πέτρα στον φούρνο πίτσας. Η πέτρα κρατάει πολύ περισσότερη θερμότητα από μια σχάρα ή ένα λεπτό ταψί, οπότε η ζύμη παίρνει τη θερμότητα αμέσως από κάτω και η βάση δένει αντί να ψήνεται στους δικούς της ατμούς. Η πορώδης επιφάνεια τραβάει επιπλέον υγρασία από τη ζύμη, και εκεί βρίσκεται όλη η διαφορά ανάμεσα σε τραγανή και λαστιχένια βάση.